Συχνουρία: Πότε εμφανίζεται και πώς αντιμετωπίζεται;

Τα ούρα αποτελούν έναν από τους καθρέπτες της υγείας του σώματος – κάτι που ήταν γνωστό από τα αρχαία χρόνια: Με επισκόπηση των ούρων οι γιατροί της αρχαιότητας προσπαθούσαν να διαγνώσουν εάν η νόσος από την οποία έπασχε ο ασθενής θα είχε ή όχι μοιραία κατάληξη.

“Τα ούρα παράγονται στο ουροποιητικό σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει τα νεφρά, τους σωλήνες που συνδέουν τα νεφρά με την κύστη (ουρητήρες), την ουροδόχο κύστη και τον σωλήνα μέσω του οποίου τα ούρα εκχέονται προς τα έξω (ουρήθρα).

Στον υγιή οργανισμό πολλοί παράγοντες διαμορφώνουν τη συχνότητα της διούρησης με κυριότερους την ιδιοσυγκρασία, την πρόσληψη νερού, την περιβαλλοντική θερμοκρασία και τη δομή των τροφίμων”, μας εξηγεί η ειδική παθολόγος Αναστασία Μοσχοβάκη.

Τι είναι η συχνουρία

“Συχνουρία καλείται το παθολογικό σύμπτωμα που χαρακτηρίζεται από αύξηση της συνήθους συχνότητας διούρησης που εμφανίζει ένας συγκεκριμένος οργανισμός. Σύμφωνα με μελέτες, μία στις έξι γυναίκες και ένας στους επτά άνδρες υποφέρουν από συχνουρία σε ποσοστό που ξεπερνά το 17% σε ηλικίες άνω των 40 ετών.

Η συχνουρία μπορεί να εμφανίζεται μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας ή μόνο κατά τη νύχτα (νυκτουρία) ή να εμφανίζεται και κατά την ημέρα και κατά τη νύχτα υποβαθμίζοντας, σε κάποιες περιπτώσεις, δραματικά την ποιότητα ζωής του πάσχοντα και την ικανότητα επιτέλεσης συνήθων καθηκόντων. Όπως, για παράδειγμα, η νυκτουρία μπορεί να προκαλέσει αϋπνία στον πάσχοντα ή στον σύντροφο που κοιμάται με τον πάσχοντα.

Ένας υγιής οργανισμός παράγει ούρα φυσιολογικά απομακρύνοντας ομαλά από το σώμα νερό και άχρηστες ουσίες του μεταβολισμού (π.χ. ουρία, κρεατινίνη, όξινα προϊόντα). Όταν τοξικές ή φυσιολογικώς παραγόμενες ουσίες συσσωρεύονται στον οργανισμό με παθολογικό τρόπο, αυτός προσπαθεί να τις αποβάλλει αυξάνοντας το ποσό των παραγόμενων ούρων. Σε άλλες περιπτώσεις υπάρχει βλάβη στο ουροποιητικό σύστημα ή σε παρακείμενα όργανα που επηρεάζουν τη ροή των ούρων.

Ανάλογα με τον παράγοντα που προκαλεί αυξημένη διούρηση μπορεί να συνυπάρχει πόνος ή δυσφορία κατά την ούρηση, έπειξη για ούρηση (αιφνίδια, ισχυρή επιθυμία για ούρηση, που είναι δύσκολο να ανασταλεί), δυσκολία στην ούρηση, απώλεια ελέγχου της ουροδόχου κύστεως, ασυνήθιστο χρώμα ούρων, πόνος κατά τη συνουσία, σταγονοειδής ούρηση, αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος.

Συνήθη αίτια που προκαλούν αυξημένη διούρηση είναι:

Η εγκυμοσύνη.

Η υπερβολική κατανάλωση νερού, αλκοόλ ή καφεΐνης.

Ο διαβήτης.

Το αυξημένο ουρικό οξύ αίματος.

Λοίμωξη, βλάβη ή ερεθισμός της ουροδόχου κύστεως.

Βλάβη των μυών των νεύρων ή των ιστών που επηρεάζουν τη λειτουργία της ουροδόχου κύστεως.

Φάρμακα ή ποτά που αυξάνουν την παραγωγή ούρων.

Η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη.

Οι λίθοι του ουροποιητικού συστήματος.

Οι ουρολοιμώξεις.

Η προστατίτιδα.

Τα στενώματα ουρήθρας.

Βλάβες των νεφρών.

Η ακράτεια ούρων.

Φλεγμονές των γεννητικών οργάνων.

Ορμονικές διαταραχές.

Νευρολογικές βλάβες που αλλοιώνουν τα αντανακλαστικά της διούρησης.

Ψυχοσωματικά προβλήματα.

Η σωστή λοιπόν παθολογική εξέταση έχει κομβικό ρόλο στην ορθή διάγνωση και στην ενδεδειγμένη θεραπεία.

Γενικά μέτρα που πρέπει να τηρούν οι πάσχοντες από συχνουρία:

Να αποφεύγουν την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών μετά το μεσημέρι, καθώς αυξάνουν την έπειξη για ούρηση. Το ίδιο συμβαίνει και με την κατανάλωση καφέ, τσαγιού, χυμών, ενεργειακών ποτών και αναψυκτικών.

Να περιορίσουν το άγχος. Οι πάσχοντες από συχνουρία πρέπει να αποφεύγουν δυσάρεστες καταστάσεις και να καλλιεργούν μεθόδους αγχόλυσης.

Να φροντίζουν ώστε το σάκχαρο αίματος να είναι καλά ρυθμισμένο. Διότι το σάκχαρο αυξάνει την ωσμωτική διούρηση.

Να προστατεύονται από φλεγμονές. Τα μικρόβια ερεθίζουν το ουροποιητικό σύστημα και προκαλούν συχνουρία. Έτσι οι πάσχοντες από συχνουρία πρέπει να επιλέγουν προσεκτικά τον σεξουαλικό τους σύντροφο, να φορούν προφυλακτικό και να ουρούν πριν από και μετά την επαφή”.

ΑΠΟΡΕΙΣ;

ΔΗΜΟΦΙΛΗ